Το πολύτιμο έργο και ο αιφνίδιος θάνατος του λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου
Οι πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου των ετών 1877 και 1940 σηματοδότησαν την «άφιξη» και την «αναχώρηση» ενός σπουδαίου προσώπου των νεοελληνικών γραμμάτων, του Ζαχαρία Παπαντωνίου, που ήταν ανάμεσα σε εκείνους που έθεσαν τις βάσεις για τη δημιουργία της νέας ελληνικής δημοτικής γλώσσας.
Ήταν 2 Φεβρουαρίου του 1877 (σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές) όταν γεννήθηκε και 1η Φεβρουαρίου του 1940 όταν αιφνίδια έφυγε από τη ζωή.
Στις μέρες μας, όπως μοιραία συμβαίνει με πολλές περιπτώσεις κορυφαίων προσωπικοτήτων των ελληνικών γραμμάτων των αρχών του 20ου αιώνα, το όνομά του και το έργο του δεν μνημονεύεται όσο συχνά θα έπρεπε, όμως τουλάχιστον δια μέσου του μνημειώδους παιδικού του μυθιστορήματος «Τα ψηλά βουνά», συνεχίζει να ηχεί στα αυτιά των νεαρότερων ηλικιών.

Η ζωή του
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου υπήρξε ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους των νεοελληνικών γραμμάτων, με πολύπλευρες δραστηριότητες εκτός του καθαρά λογοτεχνικού του έργου. Το πλούσιο και ευρύ έργο του εκτείνεται σε ποικίλα είδη του λόγου (ποίηση, διήγημα, θέατρο, κριτική, χρονογράφημα και ταξιδιωτικά κείμενα). Τον χαρακτήρισαν «πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου».
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενήσι στις 3 Φεβρουαρίου 1877 και ήταν γιος του δασκάλου Λάμπρου Παπαντωνίου και της Ελένης Ηλιοκαύτου.
Είχε τρία αδέλφια, τον Χαρίλαο, τον Θανάση και τη Σοφία. Στο Καρπενήσι έμαθε τα πρώτα γράμματα και το 1890 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα τελείωσε το Γυμνάσιο, πήρε μαθήματα ζωγραφικής και φοίτησε στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Από τα φοιτητικά του χρόνια στράφηκε στη δημοσιογραφία και σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών ξεκίνησε ν’ αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη. Έως το 1898, οπότε κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πολεμικά τραγούδια», συνέχισε να συνεργάζεται με περιοδικά και εφημερίδες όπως η «Εφημερίδα των Συζητήσεων», ο «Χρόνος» και η «Σκριπ», στην οποία διετέλεσε αρχισυντάκτης (1900 – 1905).

Το 1904 έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της εταιρείας «Η Εθνική Γλώσσα» (μαζί με τους Μιλτιάδη Μαλακάση, Λάμπρο Πορφύρα, Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Ιωάννη Κονδυλάκη και άλλους), η οποία είχε ως στόχο την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας. Ήταν ο συντάκτης του μανιφέστου της οργάνωσης με τίτλο «Προς το ελληνικό Έθνος». Από το 1908 και έως το 1911 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι ως απεσταλμένος της εφημερίδας «Εμπρός», όπου έστελνε τα περίφημα «Παρισινά Γράμματα». Παράλληλα αρθρογραφούσε σε γαλλικές εφημερίδες και γνώρισε τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα.
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία, με μοναδική εξαίρεση τη συγγραφή χρονογραφημάτων στην εφημερίδα «Εμπρός» έως το 1914. Συνέχισε τη δημοσίευση άρθρων, διηγημάτων, ποιημάτων, ταξιδιωτικών εντυπώσεων και κριτικών κειμένων σε εφημερίδες και στα σημαντικότερα περιοδικά της εποχής («Ο Νουμάς», «Νέα Εστία», «Καλλιτέχνης» κ.ά). Το 1912 διακρίθηκε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Ζάππειο με σχεδιάσματα και γελοιογραφίες που είχε δημοσιεύσει κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά.
«Τα Ψηλά Βουνά»: Το παιδικό μυθιστόρημα που εισήγαγε τη δημοτική στην εκπαίδευση
Το 1918, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917, έγραψε το παιδικό μυθιστόρημα «Τα Ψηλά Βουνά», που αποτέλεσε το αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού και εισήγαγε τη δημοτική στην εκπαίδευση. Στα 79 κεφάλαια του βιβλίου εξιστορούνται οι εμπειρίες μιας ομάδας συμμαθητών που περνούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές στα βουνά της Ευρυτανίας.

Στην εποχή του το βιβλίο προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις, ώσπου το 1920 αποσύρθηκε και κάηκε δημοσίως, όπως και τα άλλα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Ελευθερίου Βενιζέλου, μετά την ανάληψη της εξουσίας από την αντιβενιζελική παράταξη. Επαναφέρθηκε ως αναγνωστικό σε κατοπινά χρόνια και θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα παιδικά βιβλία στην ελληνική γλώσσα.
Το 1918, ανέλαβε καθήκοντα προέδρου της Εθνικής Πινακοθήκης, φροντίζοντας για τον εμπλουτισμό της με έργα πολλών ελλήνων ζωγράφων και χαρακτών, όπως του Νικόλαου Γύζη, του Κωνσταντίνου Παρθένη, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Νικηφόρου Λύτρα και Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.
Τον επόμενο χρόνο αυτοκτόνησε σε ηλικία 39 ετών ο αδελφός του Αθανάσιος Παπαντωνίου, ο οποίος αντιμετώπιζε έντονα ψυχολογικά προβλήματα από τα νεανικά του χρόνια. Το 1920 τύπωσε την παιδική ποιητική συλλογή «Τα Χελιδόνια», αφιερωμένη στον αδελφό του, η οποία επανεκδόθηκε το 1931 με τίτλο «Παιδικά Τραγούδια». Είχε προηγηθεί το 1898 η ποιητική συλλογή «Πολεμικά Τραγούδια», εμπνευσμένη από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
Το 1923 ο Παπαντωνίου εξέδωσε την ποιητική συλλογή του «Πεζοί ρυθμοί» και τους τρεις τόμους των «Νεοελληνικών αναγνωσμάτων» για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Η ποίησή του διακρίνεται για τη συναισθηματική λεπτότητα, το στοχαστικό της βάθος και τον μουσικό της τόνο. Την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και ταξίδεψε στην Ευρώπη, στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης.
Το 1938 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της λογοτεχνίας, θέση από την οποία υπέβαλε την πρώτη του εισηγητική έκθεση στη δημοτική, γεγονός που προκάλεσε και πάλι αντιδράσεις.

Η αξία του
Δεν θα μπορούσαμε να βρούμε καλύτερο τρόπο να περιγράψουμε το εύρος και την αξία του έργου του Παπαντωνίου, από τα λόγια του αρχαιολόγου και προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών, Αντώνιου Κεραμόπουλου, την ημέρα που η Ακαδημία υποδεχόταν τον έλληνα λογοτέχνη, ως νέο μέλος, στους κόλπους της.
O Αντώνιος Κεραμόπουλος, απευθυνόμενος στον Ζαχαρία Παπαντωνίου στις 16 Οκτωβρίου 1938, μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Από τεσσαρακονταετίας και πλέον καλλιεργείς τα ελληνικά γράμαμτα, γράφων εις τα πάντα τα είδη του λόγου: ποιήματα έμμετρα και ποιήματα εις πεζόν λόγον, δράματα, πεζά λογοτεχνικά έργα, ιστορικά και περιγραφικά, ταξειδιωτικάς παρατηρήσεις και περιγραφάς, και κρίσεις έργων των εικαστικών τεχνών.
»Διά των “Παιδικών Τραγουδιών” και των “Ψηλών Βουνών” προήγαγεν την παιδικήν φιλολογίαν διαπλάσας τον πεζόν και τον έμμετρον λόγον ανάλογον και επιδράσας σπουδαίως εις την ψυχήν της παιδικής ηλικίας.

Ως μέλισσα
»Διά των “Θείων Δώρων” έδωκες εις το έθνος λυρικά ποιήματα εξαίρετα διά την πρωτοτυπίαν της εμπνεύσεως, την εγκράτειαν της εκφράσεως και την στιχουργικήν τέχνην. Οι “Πεζοί Ρυθμοί” σου απετέλεσαν πρωτοφανές είδος λογοτεχνικόν παρ’ ημίν και εξηντλήθησαν πριν εύρωσι τους πρώτους μιμητάς.
»Τα τεχνοκριτικά σου δημοσιεύματα από εικοσαετίας είνε οι αντικειμενικοί οδηγοί και σύμβουλοι των καλλιτεχνών και των φιλοτέχνων, εμόρφωσαν δε την καλλιτεχνικήν συνείδησιν του ελληνικού κοινού δι’ αισθητικών τεχνικών επιχειρημάτων.
»Διά των ταξειδιωτικών και περιγραφικών έργων και χρονογραφημάτων εδίδαξες εν λόγω θελκτικώ ό,τι ως μέλισσα συνέλεξες ωφέλιμον και καλόν.
Αυτοδίδακτος
»Που εδιδάχθης άραγε, συ, δραπέτης των ιατρικών σπουδών, την πολυμερή ταύτην τέχνην του λόγου; Αλλά διδάσκεται η ποίησις και η καλλιτεχνία, διδάσκεται η τέχνη του λόγου; (…)
»Τα καθ’ έκαστον νοήματά σου είνε στρογγυλά και άρτια, ο δε λόγος, ει και ρητορικός όπου δει, είνε όμως αυτάρκης, εστερημένος του περιττού. Συ αυτός εχαρακτήρισες το ύφος, το style, ως “νηστείαν του περιττού”.
»Από του αισθητικού τούτου ειδώλου ουδέποτε απεμακρύνθης, ουδέποτε ενέδωκες εις την περίστασιν ή την ανάγκην είτε εν τη ανέσει του γραφείου εργαζόμενος είτε προ του πιεστηρίου ορθοστατών.
Ρυθμικός λόγος
(…)
»Διά της ρυθμικής του κινήσεως ο πεζός λόγος σου είνε συγγενέστατος προς τον έμμετρον ποιητικόν λόγον. Θα προανήγγελε δε αυτόν και αν δεν είχον εκδοθή ήδη τα Χελιδόνια και τα παιδικά τραγούδια.
»Ο ρυθμός και το μέτρον, κύρια στοιχεία της μορφολογίας της ποιήσεως, υπήρχον εις την ψυχήν σου.
»Αλλ’ αφού εκαλλιέργησες τους πεζούς και τους εμμέτρους ρυθμούς, ο δε πεζός λόγος σου διακρίνεται διά το μεμετρημένον της διατυπώσεως των ιδεών, δυνάμεθα διά της αφαιρέσεως να καταλήξωμεν λέγοντες ότι διακρίνεσαι ως λάτρις και θεραπευτής και σμιλευτής τους ρυθμού και του μέτρου εν τη ευρεία εννοία αυτών.
»Εις την καθολικήν ταύτην αρετήν σου ολίγοι και δυσκόλως δύνανται να αμιλληθώσι και ούτοι ουχί βεβαίως εκ των επ’ ευκαιρία “καλλιεργούντων την λογοτεχνίαν ή κατά Πλάτων (Φαίδρος 245) εκ των άνευ μανίας Μουσών επί ποιητικάς θύρας αφικνουμένων”».
Την 1η Φεβρουαρίου του 1940, ο αιφνίδιος θάνατος του λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντώνιου, σε ηλικία 63 ετών, σόκαρε τον πνευματικό κόσμο της χώρας και ολόκληρο το πανελλήνιο.
Αιφνίδιος Θάνατος
Το «ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ», με το οποίο ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου συνεργάστηκε στενά για χρόνια, και τα «ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ» κατέγραψαν τις τελευταίες στιγμές του λογοτέχνη και τις αντιδράσεις για τη μεγάλη απώλεια.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 2.2.1940, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
«Χθες ολίγον μετά την 5ην απογευματινήν απέθανεν αιφνιδίως εκ συγκοπής καρδίας ο ακαδημαϊκός και επίλεκτος συνεργάτης του “Ελευθέρου Βήματος” Ζαχαρίας Παπαντωνίου.
»Ο εκλιπών ακαδημαϊκός ανεχώρησε την 4.45’ μ.μ. εκ της οικίας του προκειμένου να μεταβή εις την Ακαδημίαν διά να παραστή εις την χθεσινήν τακτικήν της συνεδρίασιν.
»Εις την στάσιν επέβη ενός τροχιοδρομικού οχήματος (σ.σ. τραμ) της γραμμής Πατησίων, το οποίον κατήρχετο προς την Ομόνοιαν και κατέλαβε μίαν θέσιν.
»Αιφνιδίως και ενώ το τραμ κατήρχετο την οδόν Πατησίων προσεβλήθη υπό συγκοπής της καρδιάς. Οι συνεπιβαίνοντες αντελήφθησαν το τραγικόν γεγονός και ο επιμελητής του Δημοτικού Νοσοκομείου κ. Παπαοικονόμου, όστις επέβαινε του τραμ, έσπευσε να δώση τας πρώτας βοηθείας εις τον εν κωματώδει καταστάσει πλεόν ακαδημαϊκόν.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (όρθιος) με τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά
»Αντιληφθείς ο ιατρός εκ προχείρου εξετάσεως ότι η προσβολή ήτο ισχυροτάτη, επεβίβασεν αμέσως τον Παπαντωνίου, όστις έμενε πάντοτε εν αναισθησία, επί ενός αυτοκινήτου διά να τον μεταφέρη εις τον σταθμόν των πρώτων βοηθειών.
»Ατυχώς, πριν ακόμη το ταξί φθάση εις τον σταθμόν ο πολύκλαυστος ακαδημαϊκός εξέπνευσε χωρίς να συνέλθη ουδ’ επί στιγμήν. Οι ιατροί του σταθμού πρώτων βοηθειών περιωρίσθησαν εις το να διαπιστώσουν απλώς τον θάνατόν.

«ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ», 3.2.1940, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
«Από τον ναόν του Αγίου Γεωργίου Καρύτση έγινε σήμερον η κηδεία του εκλοπόντος ακαδημαϊκού και διαπρεπούς λογοτέχνου Ζαχαρία Παπαντωνίου. Η κηδεία του μεγάλου λογογράφου, απλή αλλά και επιβλητική, συνεκέντρωσεν εις τον ναόν ό,τι το εκλεκτόν έχει να παρουσιάση η ελληνική πρωτεύουσα εις προσωπικότητας εκπροσωπούσας την σύγχρονον ελληνικήν διανόησιν εις όλας της τας εκδηλώσεις»
Το αντίο του Γρηγόριου Ξενόπουλου
Εκ μέρους της Ακαδημίας Αθηνών, επικήδειο λόγο εκφώνησε μια επίσης μεγάλη προσωπικότητα του ελληνικού πνεύματος ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.
«Δεν είναι χρόνος ακόμα που είχα τη μεγάλη χαρά να τον υποδεχθώ στην Ακαδημία και σήμερα (…) τον αποχαιρετώ νεκρό!
»Τι απροσδόκητος και πρόωρος θάνατος! Είκοσι χρόνια ακόμα, και περισσότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου θα μπορούσε να χαρίζη στο πανελλήνιο τα θεία δώρα τού ακμαίου του πνεύματος, του μεγάλου ταλάντου του και της ανεκτίμητης πείρας του.
»Αν εγώ έπρεπε να τον υποδεχθώ στην Ακαδημία, αυτός έπρεπε να μ’ αποχαιρετήση μια μέρα εδώ. Αλλά το γραφτό ήταν άλλο. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου μάς φεύγει πριν συμπληρώση την κανονική τροχιά της ανθρώπινης ζωής. Σηκώνεται απότομα από το τραπέζι – κατά την παρομοίωση του μεγάλου ποιητού – ενώ οι συνδαιτημόνες του εξακολουθούν ακόμα να μένουν.

Γρηγόριος Ξενόπουλος
»Τι αδικία και γι’ αυτούς και για κείνον! Αλλ’ αφού το θέλησε ο Θεός, ο Θεός των Πνευμάτων και πάσης Σαρκός, οι άνθρωποι πρέπει να σιωπούμε.
(…)
»Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, εκτός από τις γνώσεις, τη σοφία, την πείρα, είχε και το ακαδημαϊκό ήθος»
(…)
»Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ήταν πασίγνωστος και κοσμαγάπητος. Γιατί ό,τι έγραψε στη ζωή του – κι αυτό προπάντων τον χαρακτηρίζει – στο είδος του ήταν τέλειο: Από τα “Ψηλά Βουνά” ένα βίβλίο για παιδιά, ως την περίφημη εκείνη λυρική συλλογή, τα “Θεία Δώρα”…
»Χαίρε συνάδελφε πολυαγαπημένε! Ο πρόωρος θάνατός σου αφίνει κενό δυσαναπλήρωτο και στην Ακαδημία και στη Λογοτεχνία και στην Τεχνοκριτική και στην ψυχή μας. Δεν θα σου ευχηθώ να είνε ελαφρό το χώμα που θα σε σκεπάση, ούτε να μείνη η μνήμη σου αιώνια.
»Από το αττικό χώμα, που τόσο αγάπησες, δεν θάταν άλλο ελαφρότερο για σένα. Κι όσο θα υπάρχη ελληνική γλώσσα κι ελληνικό έθνος – αιώνια, πιστεύουμε όλοι – η μνήμη σου θα ζη. Εσύ δεν πέθανες. Πέρασες μόνο στην Αθανασία!»
