“Είμαι από τη φύση μου έμπορος λέξεων. Και οι λέξεις, βέβαια, είναι το πιο ισχυρό ναρκωτικό που χρησιμοποιείται από την ανθρωπότητα”
Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος και ποιητής που έμεινε στην ιστορία ως “ο πατέρας του Μόγλη“, καθώς έγραψε το “Βιβλίο της Ζούγκλας” (1894). Το πιο γνωστό του ποίημα είναι το “Αν“, το οποίο λέγεται ότι μίσησαν πολλοί μαθητές, γιατί αναγκάζονταν να το αντιγράφουν ως τιμωρία.
Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ήταν πολυταξιδεμένος. Δύο από τα τρία του παιδιά πέθαναν νεαρά: η κόρη του Τζόζεφιν σε ηλικία έξι ετών από πνευμονία και ο μοναχογιός του Τζον στα 18 του χρόνια, μαχόμενος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1907 και έγινε ο νεότερος αποδέκτης του
Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ γεννήθηκε στην Ινδία, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, κατέκτησε τη διασημότητα από πολύ νέος, ταξίδεψε στην Ιαπωνία, τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία, την Κεϋλάνη, τη Νότια Αφρική.

Τα πιο ευτυχισμένα όμως χρόνια της ζωής του ήταν τα πρώτα παιδικά του χρόνια στη Βομβάη, περιστοιχισμένος από Ινδούς υπηρέτες που ικανοποιούσαν όλα τα καπρίτσια του κι από έναν πολύβουο χρωματιστό κόσμο, που πάντα τον νοσταλγούσε όταν βρισκόταν στην Αγγλία και κυρίως όταν στα 6 του χρόνια τον έστειλαν στο Σάουθσι για να λάβει βρετανική εκπαίδευση.
Στο αυτοβιογραφικό έργο του «Κάτι από τη ζωή μου», ονομάζει «Σπίτι της Απόγνωσης» το μέρος όπου εκείνος και η αδερφή του αναγκάστηκαν να μείνουν για πολλά χρόνια μακριά από τους γονείς τους, οι οποίοι είχαν παραμείνει στην Ινδία.
Τόσο πολύ τον βασάνιζε η γυναίκα που διηύθυνε εκείνο το σπίτι και ο γιος της, ώστε όταν μια φορά επισκέφτηκε η μητέρα του και πήγε στο κρεβάτι του για να τον χαιρετήσει στη μέση της νύχτας, η πρώτη αντίδραση του μικρού Κίπλινγκ ήταν να σηκώσει το χέρι του για να προστατέψει το πρόσωπό του.
Ο απογοητευτικός γάμος.

Δεν είχε πολλές φιλίες, ούτε με συγγραφείς ομόλογούς του, αλλά ούτε και με άλλους ανθρώπους.
Ο καλύτερός του φίλος ήταν ο Γουώλκοτ Μπαλεστιέ, ένας Αμερικάνος που πέθανε πολύ νέος. Ο Μπαλεστιέ ωστόσο του άφησε κληρονομιά το «Ναουλάκα», ένα βιβλίο που έγραφαν μαζί, και τον έρωτα στο πρόσωπο της αδερφής του, Καρολάιν ή Κάρι, που αργότερα έγινε η κυρία Κίπλινγκ.
Με τον γοητευτικό κουνιάδο νεκρό πια, φαίνεται ότι αυτός ο γάμος δεν τελέστηκε με ιδιαίτερη επισημότητα και ότι δεν ήταν τόσο χαρούμενος, στο ξεκίνημά του τουλάχιστον.
Ο Χένρι Τζέιμς, ένας άλλος από τους λιγοστούς φίλους του Κίπλινγκ, είχε επιφορτιστεί να παραδώσει τη νύφη στη γαμήλια τελετή, αλλά σε μια κατοπινή σχετική αναφορά του έγραψε: «Ήταν η αδερφή του καημένου του Γουώλκοτ Μπαλεστιέ. Μια γυναικούλα σκληρή, θρησκευόμενη, ικανή, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, που δεν καταλαβαίνω καθόλου γιατί την παντρεύτηκε. Δεν προβλέπω να έχουν μέλλον, παρότι εγώ την παρέδωσα στην εκκλησία. Ένας τρομακτικός, μικρός γάμος, στον οποίο παρευρέθηκαν μόνο τέσσερις άντρες, μιας και η μητέρα και η αδερφής της νύφης ήταν άρρωστες με γρίπη».
Οι απώλειες των παιδιών του
Οι συλλογές διηγημάτων του Κίπλινγκ διαβάζονταν μανιωδώς πρώτα στη γενέτειρα του, την Ινδία και ύστερα στον υπόλοιπο αγγλόφωνο και μη κόσμο.
Η δημοτικότητά του ήταν τεράστια. Όταν το 1898 αρρώστησε από πνευμονία λίγο μετά την άφιξή του στη Νέα Υόρκη και υπήρχε φόβος για τη ζωή του, τα πλήθη συναθροίζονταν στην πόρτα του ξενοδοχείου του για να ακούσουν το ιατρικό ανακοινωθέν, σαν να επρόκειτο για έναν από τους πατέρες του έθνους.
Ο Κίπλινγκ συνήλθε, όχι όμως και η μεγαλύτερη κόρη του, Τζόζεφιν, που αποχαιρέτησε τη ζωή σε ηλικία 6 ετών, χωρίς τα πλήθη να το καταλάβουν στην πραγματικότητα παρά μόνο μέσω της οδύνης του πατέρα της.
Πολλά χρόνια αργότερα, ο Κίπλινγκ έχασε στο μέτωπο τον 18χρονο γιο του, Τζον, που μόλις είχε καταταγεί. Χρειάστηκε να περάσουν δύο ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που τον πληροφόρησαν ότι ο γιος του είχε τραυματιστεί και είχε εξαφανιστεί στη μάχη του Λόος, μέχρι να τον ενημερώσουν για τις γενναίες συνθήκες υπό τις οποίες είχε πεθάνει και να ανακοινώσουν επίσημα τον θάνατό του.
Το σώμα του νέου δεν βρέθηκε ποτέ.

Ο μοναχικός Κίπλινγκ Ήταν μόνο 41 ετών όταν το 1907 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ, το οποίο αποδέχτηκε παρότι στη χώρα του είχε αρνηθεί τον τίτλο του Δαφνοστεφούς Ποιητή, το Βρετανικό Παράσημο της Αξίας και διάφορες άλλες διακρίσεις ευγενείας.
Στάθηκε άτυχος όμως, αφού, ενόσω εκείνος ταξίδευε προς τη Στοκχόλμη, πέθανε ο βασιλιάς της Σουηδίας, οπότε βρήκε τη χώρα βυθισμένη στο πένθος.
Το «Αν», το ποίημά του, έγινε τόσο διάσημο, που του δημιούργησε πρόβλημα με το αγαπημένο του κοινό, τα παιδιά. Όταν πήγαινε να επισκεφτεί σχολεία, τον αποδοκίμαζαν που το είχε γράψει, αφού εξαναγκάζονταν συχνά να το αντιγράφουν ως τιμωρία
Στη ζωή του κατηγορήθηκε ως «ιμπεριαλιστής» συγγραφέας, μια κατηγορία στην οποία ο ίδιος απαντούσε ότι ήταν μάλλον «αυτοκρατορικός».
Κάποιες δημόσιες δηλώσεις του δεν διευκόλυναν την κατάσταση, όπως λόγου χάρη όταν είπε ότι «όταν ο πόλεμος τελειώσει, δεν πρέπει πια να υπάρχουν Γερμανοί».
Υπέφερε από έλκος του δωδεκαδάκτυλου και λίγο μετά τα 70 του, έπαθε μια σοβαρή αιμορραγία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Μιντλσεξ, όπου πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 1936.

“Αν..”: Το υπέροχο ποίημα του Ρ. Κίπλινγκ
Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη
κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,
κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει,
στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά
αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα,
κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ’ όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,
κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,
αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,
αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,
αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις
όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία
και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν
αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,
αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Παιδί μου τότε…
Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…
Θα ’σαι άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!
