-5.5 C
Greece
1 Μαρτίου, 2026
MORE ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ-ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΕΡΓΟ ΟΙ ΣΤΗΛΕΣ ΜΑΣ

Κώστας Βάρναλης: ο ποιητής των φτωχών. Μια ζωή που λίγοι ξέρουν….

Κώστας Βάρναλης: Εργοβιογραφικό  Η ημερομηνία γέννησης του μεγάλου μας ποιητή, δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη.

Πιθανότερη όμως ημερομηνία γεννήσεως του θεωρείται η 14η του Φλεβάρη 1884.

Γεννημένος στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, ο Βάρναλης (το επίθετό του δηλώνει καταγωγή από την Βάρνα, στην οποία κατοικούσαν πολλοί Έλληνες) βιώνει ως έφηβος τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο οποίος αναμφίβολα τον σημάδεψε.

Ο Κώστας Βάρναλης πήγε σχολείο το Σεπτέμβρη του 1887. Με δεδομένο ότι γεννήθηκε τον Φλεβάρη του 1884, πήγε σχολείο σε ηλικία 4 χρόνων και 7 μηνών.

Αν θεωρήσουμε ως έτος γέννησης το 1883 (απίθανο) τότε μάλλον πρέπει να προσδιορίσουμε το γεγονός από τέλη Νοέμβρη και μετά.
Συνεκτιμώντας μαρτυρίες και τεκμήρια ο γράφων θεωρεί ότι ο ποιητής γεννήθηκε στις 14 φλεβάρη 1884.

Ήταν το στερνοπαίδι του Γιάννη (Γιαννάκου) Μπουμπούς και της Ελισάβετ (Αλισάβας) Μαυρομάτη (κατά τον Βαλέτα). Ο πατέρας του Βάρναλη καταγόταν από τη Βάρνα, και η μάνα του από την Αχελώ (Αγχίαλο). Στο πιστοποιητικό το σημείο που αναφέρονται τα ονόματα των γονιών είναι δυσανάγνωστό. Σε χειρόγραφη σημείωση (όχι του Βάρναλη) στο χαρτί του πιστοποιητικού ως αποκατάσταση του δυσανάγνωστου σημείου ο Κώστας Βάρναλης αναφέρεται ως τέκνο των Ιωάννου Κωνσταντίνου και Ελισάβετ Εξάρχου. Αυτό απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.
Λέει ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα που βρέθηκε στο Αρχείο του ποιητή και δημοσιεύτηκε στον «Αγνωστο Βάρναλη» το 2012:

Κώστας Βάρναλης: Τιμούμε τα 50 χρόνια από το θάνατο του οικουμενικού Θρακιώτη | xronos.gr

«Ο πατέρας μου ήταν από τη Βάρνα κ΄ η μητέρα μου από την Αγχίαλο (Αχελώ, όπως τη λέγαμε). Το επώνυμο του πατέρα μου ήτανε Μπουμπούς (παρατσούκλι του γκρινιάρη παππού μου). Όταν εγκαταστάθηκε στον Πύργο, οι γνωστοί του τον ονομάσανε Βάρναλη. Αλλά στο σκολειό (Αστική Σχολή αρρένων και Αστική Σχολή θηλέων) οι δάσκαλοι καθαρολογήσανε το επώνυμο και γράψαν όλα τα αδέρφια μου ʽʼΒαρναίοςʼʼ. Όταν ύστερα από το θάνατο του πατέρα μου πήγα κ΄ εγώ (4 χρονώ!) στο σκολειό, η μητέρα μου μου παράγγειλε να πω στους δασκάλους πως δεν είμαι Βαρναίος αλλά Βάρναλης. ʽʼΈτσι λέγαν τον μπαμπά σουʼʼ και από μένα πήρε το όνομα όλη η οικογένεια». `

Τα άλλα του αδέλφια ήταν: Παναγιώτης, έμπορος στη Σοζώπολη, πέθανε το 1920. Νικόλας, σπούδασε στην Ελβετία, σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός στη Σόφια, πέθανε το 1928. Και οι αδελφές Μαριγώ και Ευτυχία (βλ. Θανάσης Μουσόπουλος «Κώστας Βάρναλης Ο κλασικός της ρωμιοσύνης», εκδόσεις Θουκυδίδης, 1986). Κάποιο από τα αδέρφια του το κέρδισε η βουλγαρική προπαγάνδα, και αυτό χρησιμοποιήθηκε αργότερα εναντίον του ποιητή, που τον κατηγόρησαν για Βούλγαρο. Ο Βάρναλης «προέρχεται από τη μεσαία κοινωνική τάξι κιʼ ο πατέρας του ήταν δερματέμπορος, όπως μου είπε η κυρία του, παπουτσής, όπως μου τόνισε ο ίδιος, χωρίς όμως να καταλάβω αν η διαφορά ήταν απλή διαφορά λέξεων. Έχει κάμποσα αδέρφια ακόμα κιʼ ένας μάλιστα απʼ αυτούς χρημάτισε διευθυντής σʼ ένα τραπεζιτικό κατάστημα της Σόφιας»  (βλ. Μια ώρα με τον κ. Κώστα Βάρναλη» (συνέντευξη στο Γιώργο Κοτζιούλα), περ. «Μπουκέτο», Μάρτης 1932.)
Ιστορεί ο ίδιος στο ποίημά του «Μικρογραφία» (στη συλλογή «Ελεύθερος κόσμος», 1966) τα παιδικά του χρόνια.
`

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ
I
Καλωσύνη δε γνώρισα! Παιδάκι
δεν άπλωσε κανείς να με χαηδέψει,
να με πάρει αγκαλιά να με φιλήσει.
Το στερνοπαίδι εγώ και τʼ αποσπόρι,

με διώχναν όλοι κι όλοι με χτυπούσαν!
Δε μʼ έλεγε κανείς με τʼ όνομά μου.
«Αφτός» και «μπρε» και «σουτ εσύ! Δεν είσαι
παιδί μας! Σʼ αγοράσαμε από μάβρην

κατσιβέλα μισό τσουβάλι πίτουρα!»
Το πίστεβα και ζάρωνα στην κώχη.
Μάζεμα εγώ και ξένος, δεν κοτούσα
να παίζω, να γυρέβω – ούτε να κλάψω.

Μα κι όταν φανερώθηκε το ψέμα,
πάλι απόμεινα μάζεμα και ξένος!
Πότε θα μεγαλώσω, για να φύγω!…
Από πατέρα ορφάνεψα μωρό

κι ο πρώτος αδερφός και πρώτο μίσος,
μάβρα γυαλιά κι αμίλητος, με πείσμα
με κοπανούσε ολημερίς να στρώσω!
Και νύχτα με ξυπνούσε να με δείρει.

Μιαν τρίτʼ ή τέταρτη άνοιξη ξεπόρτισα.
Ω τι μεγάλος που ναι ο κόσμος έξω!
Χίλιες φορές πιο λαμπερός ο ήλιος!
Τα χελιδόνια χαμηλοπετούσαν

άφοβα ολόγυρά μου – εγώ φοβόμουν!
Να χα κʼ εγώ φτερά για να πετάξω
τʼ αψήλου, όσο μακρύτερʼ από δώθες!…
Λίγο παρέξω καταπράσινη άπλα.

Πρωτόβλεπα χωράφια φυτρωμένα.
Κυνηγημένʼ απʼ τον αγέρα τρέχαν
τα στάχιʼ απανωτά. Τόση ομορφιά
δε βάσταξα και κάθησα να κλαίω!
`

II
Κυριακάδες, Χριστού και Πάσκα η μάνα
στην εκλησιά με τράβαγε νʼ αγιάσω,
νηστικόν αξημέρωτα, γιʼ αντίδερο.
Ώρες στο πόδι, κούραση και πείνα

και δε νογούσα τίποτʼ απʼ τα «γράμματα»!
Κι άμα ο παπάς εσκόλναε, προσκυνούσα
στο εικονοστάσι αράδα τις εικόνες…
κι όξω με καρτερούσε ο Πειρασμός,

λαχταριστά κουλούριʼ αφράτα, λόφοι.
Όλα τα καλοπαίδια μασουλούσαν
κι ο αγέρας μοσκοβόλαγε σουσάμι.
Κοντοστεκόμουν κλαίοντας! – «Πάρε μου ένα!»

– «Περπάτα!» και μου τράνταξε το χέρι.
Να μην κακομαθαίνουν οι φτωχοί!…
Μεγάλωσα νωρίς και ξενιτέφτηκα.
Με τους δικούς μου εξήντα χρόνια ως τώρα

ούτε γραφή ούτε μήνυμα! Κι ωστόσο
τους κουβαλούσα μέσα μου όπου πάγαινα:
κουβαλούσα τον άμοιρο εαφτό μου…
Πουθενά δεν μπορούσα να ριζώσω.

Ξένος παντού και μάζεμα. Γυναίκες;
Αληθινές! Μα ο χωρισμός φαρμάκι.
Με τον καιρό συχωρεθήκαν όλʼ οι
ξενοδικοί. Αργοπόρησα, σειρά μου!

Μα όσο βαθιά και να με κατεβάσουν
τα σκοινιά, θα κατέβουν κʼ οι κακίες,
δικές μου κι αλλωνών… Μα το κουλούρι
θα με βαραίνει πρώτο σα μυλόπετρα,

πιότερο κι απʼ του τάφου μου την πλάκα
(αν έχω πλάκα, μα κι αν έχω τάφο
κι αν δε με διώξουν οι νεκροί.) Χωρίς
αγάπη κανενός ανθρώπου ή σκύλου.

Κι αν έζησα ή δεν έζησα, καμιά
διαφορά στον Απάνου ή Κάτου Κόσμο.
Μα κάλλιο να μην είχα γεννηθεί,
για να μην είχα κι αποθάνει απόψε!

Και μακάρι, όσο να χω αδικηθεί,
εγώ να μην αδίκησʼ άθελά μου!…
Και σαν ζυγιάζει ο διάολος την ψυχή μου
με ψέφτικη παλάντζα να με κλέψει,

– «Σταμάτα, βλάμη! Κʼ είμαι παραπάνου
παρʼ όσο θες αμαρτωλός και φταίχτης»!

Στα 1905 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Κηρήθρες». Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του περιοδικού «Ηγησώ», ενώ το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση. Μετά τον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού. Το 1918 γράφει το ποίημα «Στυλίτης», το οποίο δε δημοσίευσε. Πρόκειται για ένα ποίημα-σταθμό στην πορεία του Βάρναλη, καθώς φορτισμένο από τις συνέπειες του άδικου και ιμπεριαλιστικού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και επηρεασμένο από την τεράστια ακτινοβολία της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, αποτυπώνει τη «μετάβαση» του Βάρναλη από τον αισθησιασμό, τον λυρισμό και την αρχαιολατρία που χαρακτηρίζουν τα πρώιμα έργα του, στην ταξικά προσανατολισμένη «επαναστατική» του περίοδο:

«Τα θύματα χιλιάδες των πολέμων κάτου σέπονται με της πείνας, της σκλαβιάς αντάμα, με της αρρώστιας, του δαρμού – δόξα θανάτου!»
Και στη συνέχεια:

«Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα! Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού, η λευτεριά η δικιά του θα ‘ναι λευτεριά σου, κι ανάγκη πια δε θα ‘χεις κανενός Θεού.»

Απόψεις του Κώστα Βάρναλη για παιδεία και εκπαίδευση - ΕΜΠΡΟΣ

Το προανάκρουσμα της επαναστατικής ποίησης του Βάρναλη που ξεκίνησε με τον «Στυλίτη», ολοκληρώθηκε το διάστημα 1919-1921, όπου, κατά τη διαμονή του στο Παρίσι, συντελείται μια βαθιά αλλαγή στη σκέψη και τη συνείδησή του, καθώς έρχεται σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες, με τον διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό. Το 1919 δημοσιεύει τον «Προσκυνητή», χαρακτηριστικό ποίημα της ιδεολογικής και πολιτικής μεταστροφής του. Ακολουθεί την επόμενη δεκαετία (1922-1933) η πιο παραγωγική περίοδος στο έργο του Βάρναλη. Ξεκινώντας με ένα από τα σημαντικότερα έργα -ίσως και το σημαντικότερο- στη λογοτεχνική του πορεία, δημοσιεύει το 1922, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας «Tο Φως Που Καίει», ίσως το πρώτο «στρατευμένο» έργο στα νεοελληνικά γράμματα και από τα σημαντικότερα της επαναστατικής λογοτεχνίας. «Με αυτό εκφράζει ο ποιητής τον πόνο, την οργή και την απόφαση των καταπιεσμένων να τερματίσουν το καθεστώς της εκμετάλλευσης και να χτίσουν τη νέα κοινωνία της δουλειάς, της ειρήνης, της φιλίας και της αδελφότητας των λαών, ιδανικό που πραγματώνεται μέσα στην κάθε χωριστή πατρίδα από το λαό της χώρας, ανάλογα με τις παραδόσεις, τις ανάγκες και την πραγματικότητα της καθεμιάς.» Χαρακτηριστικός είναι ο επίλογος του έργου με το ποίημα «Οδηγητής»:

«Δεν είμ’ εγώ σπορά της Tύχης,
O πλαστουργός της νιας ζωής.
Eγώ ‘μαι τέκνο της Aνάγκης
Kι ώριμο τέκνο της Oργής…»

Ο Κώστας Βάρναλης με τη γυναίκα του, την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη

 

Για το έργο αυτό ο Βάρναλης υπέστη διώξεις και απολύθηκε από την Παιδαγωγική Ακαδημία, με αφορμή και ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία», η οποία δημοσίευσε ως παράδειγμα αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών παιδαγωγών ένα απόσπασμα από το συγκεκριμένο έργο. Από «το Φως Που Καίει» και ύστερα, ο Βάρναλης, στρατευμένος στην υπόθεση του λαού και της εργατικής τάξης, αφοσιωμένος εργάτης της κομμουνιστικής υπόθεσης, έγραψε ποιήματα, πεζά και κριτικά έργα, έκανε μεταφράσεις πολλών αρχαίων έργων, πάντοτε από τη σκοπιά των φτωχών και των καταπιεσμένων, των «κολασμένων της γης».

Σχετική εικόνα
Στο καράβι για τον Αη-Στράτη – Κώστας Βάρναλης (πρώτη σειρά με τον μπερέ)

Στα 1922 δημοσιεύει και το λυρικό ποίημα «Οι Μοιραίοι», από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης (ίσως και εξαιτίας της ιδιαίτερα επιτυχημένης μελοποίησής του από τον Μίκη Θεοδωράκη). Το 1927 δημοσιεύει τους «Σκλάβους Πολιορκημένους», εμπνευσμένος από την επανάσταση του ’21, τους οποίους αντιτάσσει στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού:

«Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά… Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά. Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Αχ, πού ‘σαι, νιότη, που ‘δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!»

Ο ίδιος ο Βάρναλης θα γράψει για τους «Σκλάβους Πολιορκημένους»: «Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι όπως κι ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική και το πρώτο σχεδίασμα της Αληθινής απολογίας του Σωκράτη, γραφτήκανε στη Γαλλία, ύστερ’ απ’ το πρώτο παγκόσμιο μακελειό. Ο θάνατος κι η καταστροφή είχαν ξυπνήσει τις συνειδήσεις των λαών και σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους τα ψέφτικα συνθήματα των ιμπεριαλιστών. Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι είναι στην ουσία τους έργο αντιπολεμικό και αντιιδεαλιστικό.»

Από τα πεζά και κριτικά έργα του Βάρναλη ξεχωρίζουν «Ο λαός των μουνούχων» (1923), «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1932) και «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925). Το 1935 εξορίζεται μαζί με τον Γληνό και άλλους κομμουνιστές και προοδευτικούς δημοκράτες αγωνιστές στον Άη Στράτη, απ’ όπου θα γράψει τον Οκτώβρη το ποίημα «Στην εξορία»: «Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,#για να ρθει ο Εξορισμένος απ’ τα ξένα, να χωρίσει το Έθνος και να βάλει#τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.» Θα πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση σαν μέλος του ΕΑΜ λογοτεχνών, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου θα παραμείνει πιστός στις ιδέες του και θα σταθεί στο πλευρό του επαναστατικού ΚΚΕ και του αδούλωτου ελληνικού λαού. Το 1958 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Αποτέλεσμα εικόνας για βαρναλησ

Το ερώτημα, βέβαια, είναι γιατί αυτός ο ποιητής με τους απλούς και λιτούς στίχους του, με τη δεικτική ειρωνεία και την αιχμηρή σάτιρά του, κατέκτησε μία τόσο σημαίνουσα θέση στο στερέωμα της παγκόσμιαw προοδευτικής λογοτεχνίας, ενώ το έργο του διατηρεί μέχρι και σήμερα τη ζωντάνια, την επαναστατικότητα και την επικαιρότητά του.

Ένας από τους βασικούς λόγους της «αντοχής» του βαρναλικού έργου σε πείσμα των καιρών, ειδικότερα ύστερα από τη δεύτερη περίοδο του έργου του, την περίοδο της ιδεολογικής και πολιτικής του μεταστροφής, είναι η διαρκής προσπάθειά του να «φανερώσει την αλήθεια» και να μεταδώσει την αλήθεια αυτή στον λαό. Όπως γράφει και ο ίδιος στους τελευταίους του στίχους πριν πεθάνει, τον Οκτώβριο του 1974:

«Με πάθος την αλήθεια φανερώνω, μα ποιος μ’ ακούει; Κάτι άγουρα παιδιά. Γυροκοιτάω, κανένας δε με ξέρει, όπως κι εγώ δεν ξέρω τον εαυτό μου. Πλήθος μεγάλοι στο Μουσείο της Τέχνης, αθάνατοι όλοι, λίγοι μόνο ζούνε.»

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Πικέρμι, 1934. Από αριστερά, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης, Θράσος Καστανάκης, Στράτης Μυριβήλης, Έλλη Αλεξίου, Κώστας Βάρναλης

 

Ένας ακόμη λόγος για την ανθεκτικότητα της βαρναλικής γραφής μέσα στο πέρασμα των χρόνων είναι η πρωτοποριακή χρήση της αφηγηματικής γλώσσας: Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια του Μενέλαου Λουντέμη: «Η Ποίηση του Βάρναλη ήταν από την αρχή αρσενική, λάσια, μια βολίδα που ‘πεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού.» Ο Βάρναλης, αμφισβητώντας όλες τις κυρίαρχες μέχρι τότε αισθητικές και λογοτεχνικές φόρμες, με τη χρήση λυρικών, συμβολιστικών, σατιρικών και δραματικών στοιχείων, αναζήτησε καινούριους τρόπους για να εκφράσει την ιστορική «ανάγκη» και «αλήθεια» και ταυτόχρονα αυτή η αλήθεια και ανάγκη να μπορεί να διαβαστεί από εκείνους «που στα χέρια τους αυτή θ’ αποκτούσε δύναμη», από τους απόκληρους της κοινωνίας. Πρόκειται για μια σπουδαία προσπάθεια σύνδεσης της απλής λαϊκής καθημερινότητας με τον ποιητικό λόγο, του οράματος για μια καλύτερη κοινωνία με τα -μέχρι τον Βάρναλη- σύνθετα και περίπλοκα λογοτεχνικά σχήματα της εποχής.

Με μαστοριά και επινοητικότητα, κατάφερε να πετύχει αυτήn τη σύνδεση, κάνοντας την «αριστοκρατική» τέχνη της λογοτεχνίας προσιτή στα φτωχά λαϊκά στρώματα, στους αγράμματους εργάτες, στους αμόρφωτους λαϊκούς ανθρώπους, χωρίς ωστόσο να ξεφύγει εντελώς από τον λυρισμό που χαρακτήρισε τη λογοτεχνία της εποχής του.

 

Σχετική εικόνα

 

Τέλος, ο λόγος για τη διαχρονικότητα του έργου του, είναι ότι ο Βάρναλης, στρατευμένος εργάτης στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης και της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, έγραψε για να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα του λαού. Το έργο του πηγάζει από τον λαό, καταπιάνεται με τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των απλών λαϊκών ανθρώπων, για να επιστρέψει πάλι σ’ αυτόν. Ποίηση λαϊκή και κοινωνική, αιχμηρή και σατιρική, στρατευμένη και επαναστατική, αυτή είναι η ποίηση του Βάρναλη. Επομένως, σε σχέση με το ερώτημα που ο ίδιος θέτει -και απαντάει- στο Σημειωματάριο Ι’ του Αρχείου του για το «Πώς θ’ αποδειχθεί η ζωντανότητα ενός έργου; Από το αν είναι χρήσιμο ή όχι», γίνεται φανερό ότι το έργο του Βάρναλη είναι όχι μόνο χρήσιμο, αλλά και απόλυτα αναγκαίο και επίκαιρο, ιδιαίτερα σήμερα, στους δύσκολους καιρούς της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης και της νέας ιμπεριαλιστικής εφόρμησης ενάντια στους λαούς του κόσμου. Στην Ελλάδα των μνημονίων, στην Ελλάδα της εξαθλίωσης και της υποτέλειας, επικαιροποιείται με το παραπάνω το σύνθημα που φώναζαν χιλιάδες λαού και νεολαίας στην κηδεία του μεγάλου αυτού κομμουνιστή ποιητή: «Είσαι οδηγητής για μας, ποιητή της εργατιάς». Το έργο του Βάρναλη θα συνοδεύει και θα φωτίζει όλους τους αγώνες μας, μικρούς και μεγάλους, για να μας θυμίζει με την ατσάλινη, κομμουνιστική σιγουριά του ότι «η πλάση θα κοκκινίσει», ότι «στους δρόμους θα κριθεί το δίκιο».

Ο Κώστας Βάρναλης τιμήθηκε με το Βραβείο «Λένιν» για την Ειρήνη το 1959 στη Μόσχα. Έφυγε από τη ζωή στις 16 του Δεκέμβρη 1974.

Κάποιες επιπλέον ενδιαφέρουσες πληροφορίες:

Ο ίδιος ο ποιητής σε βιογραφικό του σημείωμα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» (αρ. 25, 1975, σελ. 14-15) γράφει: «Πρέπει να γεννήθηκα στα 1883 γιατί βαφτίστηκα στις 14 του Φλεβάρη του 1884. Έχω την επίσημη βεβαίωση της εκκλησίας ʽʼΚοίμησης της Θεοτόκουʼʼ στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας». Το ίδιο επαναλαμβάνεται και σε ένα άλλο αυτοβιογραφικό σημείωμα, της ίδιας περιόδου, που βρέθηκε στο αρχείο του ποιητή και δημοσιεύτηκε το 2012 στο βιβλίο μου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα του» (εκδόσεις «Εντός»).

Το ερώτημα για τον χρόνο γέννησης του ποιητή αποκτά άλλη διάσταση αν πάρουμε υπόψη το «Ατομικό Δελτίο Συντακτών» που συμπλήρωσε ο ποιητής ως μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, όπου ως χρόνος γέννησης αναφέρεται το 1881! Το Δελτίο αυτό το συμπλήρωσε ο ποιητής την περίοδο που εργαζόταν στην εφημερίδα «Αυγή» (1953-1959).
Από τη μεταπολίτευση και μετά φαίνεται να ξεκινά μια σύγχυση για τον ακριβή χρόνο γέννησης του Κώστα Βάρναλη, 1883/1884; Χαρακτηριστικά, στο χρονολόγιο που συνοδεύει τα «Φιλολογικά απομνημονεύματα» του ποιητή (εκδόσεις «Κέδρος», 1981) ως χρόνος γέννησης αναφέρεται το 1883 (Στην ηλεκτρονική σελίδα των εκδόσεων «Κέδρος» ως χρόνος γέννησης αναφέρεται το 1884). Το διαπιστώνουμε και σε άλλα βιογραφικά σημειώματα του ποιητή και χρονολόγια.
Η επίσημη βεβαίωση της εκκλησίας «Κοίμησης της Θεοτόκου» που ο ποιητής αναφέρει πράγματι υπάρχει στο αρχείο του (αντίγραφο υπάρχει και στο αρχείο του «Ριζοσπάστη») όμως λέει άλλα πράγματα. Το πιστοποιητικό (το οποίο και δημοσιεύουμε) αναφέρει ότι ο ποιητής γεννήθηκε στις 14 Φλεβάρη 1884 και βαπτίστηκε στις 15 Μάη 1884, με ανάδοχο τον Γεώργιο Ανδρέου.
Αυτό το τεκμήριο από μόνο του υπερέχει κάθε άλλης μαρτυρίας. Υπάρχουν όμως και άλλα στοιχεία που τεκμηριώνουν το 1884 ως χρόνο γέννησης.
`Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Σε συνέντευξη του στον Ν. Κατηφόρη που δημοσιεύτηκε στους «Νέους Πρωτοπόρους» το Φλεβάρη του 1935, υπάρχει η εξής στιχομυθία:
«— Πότε ήρθες στην Αθήνα;
— Στα 1902. Δεκοχτώ χρονώ.
Κάνω το λογαριασμό στο πακέτο και του δείχνω τον αριθμό: 1884.
—Τότε γεννήθηκες;
— Ναι!».

Το τεύχος Φλεβάρη 1935 των «Νέων Πρωτοπόρων» είναι αφιερωμένο στη συμπλήρωση 50 χρόνων (1884 – 1934) από τη γέννηση του ποιητή. Ο ποιητής ξεκινά τα φιλολογικά του Απομνημονεύματα (17 Φλεβάρη 1935, εφημερίδα «Ανεξάρτητος») ως εξής:
«Μερικοί καλοπροαίρετοι φίλοι και συναγωνιστές αποφασίσανε να ʽʼτιμήσουνεʼʼ τα πενηντάχρονά μου, δηλαδή να με ριζιλέψουνε, βγάζοντας στη φόρα την ηλικία μου και τα ʽʼάπλυτάʼʼ μου. Γιʼ αυτό το σκοπό αφιερώσανε το τεύχος Φλεβάρη του περιοδικού ʽʼΝέοι Πρωτοπόροιʼʼ. Αυτό το ʽʼχαρμόσυνοʼʼ για εμένα και τα ελληνικά γράμματα γεγονός αναγκάστηκα να το υποστώ καρτερικά και να κάνω και τον ευχαριστημένο».

 

Please follow and like us:
error678
fb-share-icon
Tweet 124
fb-share-icon20

Related posts

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΤΣΑΤΕΡΛΥ

Μεγακλής

Θεσσαλονίκη: Το μυστηριώδες φάντασμα του Γιλάν Μερμέρ…

Καλλιόπη Γιακουμή

Ο ΜΥΘΟΣ: ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ

Καλλιόπη Γιακουμή