Ο παππούς και η γιαγιά του, από τη μεριά των Ντίκενς, ήταν υπηρέτες σε κάποιο αριστοκρατικό σπίτι και ο πατέρας του Τζων μόλις που κατόρθωσε ν’ ανέβει ένα παραπάνω σκαλοπάτι στην κοινωνική ιεραρχία και να γίνει κατώτερος υπάλληλος.
Σαν αντίδραση σ’ αυτό το τραύμα εξηγείται το ότι αργότερα το κυριότερο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του υπήρξε η ακατάβλητη θέλησή του.

Οι πρώτοι ερωτικοί δεσμοί του
Οι πρώτες συγγραφικές επιτυχίες του
«Να έχεις μια καρδιά που ποτέ δεν σκληραίνει, έναν χαρακτήρα που ποτέ δεν κουράζει, ένα άγγιγμα που ποτέ δεν πονά».
Η πρώτη συγγραφική επιτυχία του Ντίκενς έρχεται μαζί και με το λογοτεχνικό ντεμπούτο του, Τα έγγραφα του Πίκγουικ. Το έργο θα αποτελέσει την πρώτη ένδειξη για τα θέματα, με τα οποία θα ασχοληθεί κατά την διάρκεια της συγγραφικής του πορείας: Σάτιρα και καταγγελτικό ύφος απέναντι στις κοινωνικές ανισότητες, κριτική απέναντι στους θεσμούς που ευνοούσαν μόνο τις υψηλές κοινωνικές τάξεις και την μεγάλη ανεπάρκεια τους, την συμπόνοια και την κατανόηση απέναντι στον άνθρωπο ανεξάρτητα από την ταξική προέλευση του. Με τον Όλιβερ Τουίστ (1837-1838) και τον Νίκολας Νίκλεμπι (1838-1838) η φήμη του θα εκτοξευθεί. Σε αυτά τα δύο έργα βλέπουμε ωμά το σκοτάδι μιας κοινωνίας βυθισμένης στην πορνεία, το έγκλημα, την εκμετάλλευση. Ο Όλιβερ Τουίστ ήταν μάλιστα το πρώτο μυθιστόρημα που είχε πρωταγωνιστή ένα παιδί.
To 1842, ταξιδεύει στις ΗΠΑ και παραμένει στη χώρα για πέντε μήνες. Η αναγνώρισή του θα είναι μεγάλη και η φιλοξενία των Αμερικανών είναι σχεδόν βασιλική. Αυτό όμως δεν θα εμποδίσει τον γνωστό συγγραφέα από το να υποστηρίξει την κατάργηση της δουλείας και να διαμαρτυρηθεί για τα πνευματικά δικαιώματα των συγγραφέων της χώρας. Δύο χρόνια μετά, το 1844, θα εκδοθεί η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, το πιο δημοφιλές του έργο που αφορούσε το πνεύμα το Χριστουγέννων, το οποίο θα έπρεπε να υπάρχει όλο τον χρόνο στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Το 1849, δημοσιεύει σε συνέχειες το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Δαβίδ Κόπερφιλντ και ακολουθούν ο Ζοφερός Οίκος (1852-1853) και η Μικρή Ντόριτ (1855-1857) που κατακρίνουν για ακόμη μια φορά τους βικτωριανούς θεσμούς και την ανικανότητα τους να προστατεύσουν τον εργαζόμενο πολίτη.
«Έχω υποφέρει, και αυτό με έχει κάνει πιο δυνατό από κάθε άλλο μάθημα. Έχω λυγίσει και έχω σπάσει παίρνοντας –ελπίζω– ένα καλύτερο σχήμα».
Το 1859, θα δημοσιεύσει επίσης δύο από τα πιο γνωστά μυθιστορήματά του: Την Ιστορία των δύο Πόλεων (ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά μπεστ σέλερς όλων των εποχών) και τις Μεγάλες Προσδοκίες. Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, ο Ντίκενς θεωρήθηκε ένας λογοτεχνικός κολοσσός της εποχής του. Ο ρεαλισμός, το πεζογραφικό του ύφος, η κοινωνική κριτική και οι μοναδικοί του χαρακτήρες θα επαινεθούν από συγγραφείς όπως ο Τζορτζ Γκίσινγκ, ο Τζορτζ Όργουελ, ο Λέων Τολστόι και ο Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον. Σε αντίθεση βέβαια συγγραφείς όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Χένρι Τζέιμς και Βιρτζίνια Γουλφ θα τον επικρίνουν αυστηρά για τους συναισθηματισμούς του, την απουσία ψυχολογικού βάθους και το πεζογραφικό του ύφος.

O Ντίκενς είχε αφοσιωθεί παράλληλα και σε ένα μεγάλο φιλανθρωπικό έργο που πραγματοποιούσε μέσα από δημόσιες ομιλίες, εράνους και άλλες δράσεις. Διοργάνωνε εκδηλώσεις με εισιτήριο και σε αυτές διάβαζε τα έργα του στο κοινό. Ιδιαίτερα μετά τον χωρισμό του με την σύζυγό του, οι βραδιές αυτές θα γίνουν ακόμα πιο επικερδείς και συνολικά θα πραγματοποιήσει πάνω από 471 παρουσιάσεις έργων του. Εκείνο το διάστημα θα αποδειχθεί και το μεγάλο του χάρισμα στην υποκριτική, την απαγγελία και την δραματική μίμηση.

Η 9η Ιουνίου του 1856 είναι μια ιδιαίτερα σημαντική μέρα για την ζωή του. Κατά την επιστροφή του από το Παρίσι με την ερωμένη του Έλεν Τέρναν, εμπλέκεται σε ένα σιδηροδρομικό ατύχημα. Το βαγόνι του θα είναι το μοναδικό που θα μείνει άθικτο, ο συγγραφέας δεν θα πάθει τίποτα και θα βοηθήσει με κάθε τρόπο τους τραυματίες μέχρι να φτάσουν στο σημείο τα σωστικά συνεργεία. Την εμπειρία του θα καταγράψει ένα χρόνο μετά, στο διήγημα του The Signal-Man.
Τον θαύμαζαν ο Ντοστογιέφσκι και ο Ιούλιος Βερν, ενώ ο Βαν Γκογκ είχε αντλήσει έμπνευση από τα μυθιστορήματά του.
Ο ιδιάζων χαρακτήρας του Ντίκενς

Ο προβληματικός γάμος του και ο έρωτας με μια 18χρονη


Η σχέση του Ντίκενς με την Έλεν Τέρναν
Προς το τέλος του βίου του

Κάρολος Ντίκενς: Τα ωραιότερα αποφθέγματα
- Να έχεις μια καρδιά που ποτέ δεν σκληραίνει, έναν χαρακτήρα που ποτέ δεν κουράζει, ένα άγγιγμα που ποτέ δεν πονά.
- Δε χρειάζεται να ντρεπόμαστε για τα δάκρυά μας.
- Την αγάπησα ενάντια στη λογική, ενάντια στη βεβαιότητα, ενάντια στην ηρεμία, ενάντια στην ελπίδα, ενάντια στην ευτυχία.
- Το κλάμα καθαρίζει τα μάτια, τους πνεύμονες, την όραση, καθαρίζει την όψη, κατευνάζει το θυμό —γι’ αυτό να κλαίτε συχνά.
- Στο ένα της μάτι έλαμπε η αφοσίωση. Στο άλλο ο υπολογισμός.
- Ο πρώτος κανόνας στις επιχειρήσεις είναι: κάνε στους άλλους αυτό που θα έκαναν εκείνοι σ’ εσένα.
- Το αν θα είμαι τελικά ο πρωταγωνιστής της δικής μου ζωής ή αν αυτήν τη θέση θα την καταλάβει κάποιος άλλος, θα φανεί στις επόμενες σελίδες.
- (η πρώτη φράση από τον «Δαβίδ Κόπερφηλντ»)
- Έχω υποφέρει, και αυτό με έχει κάνει πιο δυνατό από κάθε άλλο μάθημα. Έχω λυγίσει και έχω σπάσει παίρνοντας –ελπίζω– ένα καλύτερο σχήμα.
- Μην κάνεις ερωτήσεις αν δε θες να σου λένε ψέματα.
- Υπάρχει η σοφία που έχει το Κεφάλι και… υπάρχει η σοφία που έχει η Καρδιά.
- Μια καρδιά που έχει αγάπη μέσα της είναι η αληθινή σοφία.
- Είμαι μοναχοπαίδι γονιών που ζύγιζαν, μετρούσαν και έβαζαν τιμή σε όλα τα πράγματα. Για εκείνους, ό,τι δεν μπορούσε να ζυγιστεί, να μετρηθεί και να τιμολογηθεί, δεν υπήρχε.
- Η κυρία Joe ήταν μια πολύ καθαρή νοικοκυρά, αλλά είχε το σπάνιο προσόν να κάνει την καθαριότητά της πιο άβολη και πιο ανυπόφορη από την ίδια τη βρωμιά.