Ζοζέ Σαραμάγκου, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα το 1922, κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998 και υπήρξε ο πιο παραγωγικός και διαδεδομένος Πορτογάλος συγγραφέας του 20ου αιώνα, ενώ η συνεισφορά του στα γράμματα της χώρας της Ιβηρικής χερσονήσου μπορεί να συγκριθεί μονάχα με εκείνη του Πεσσόα.

Όλα αυτά από έναν δημιουργό που δήλωνε ότι «εάν είχα πεθάνει στα 60 μου, δεν θα είχα γράψει τίποτα», ερμηνεύοντας το γεγονός ότι η πρώτη του ουσιαστικά μεγάλη επιτυχία στη μυθοπλασία, με το «Εγχειρίδιο ζωγραφικής και καλλιγραφίας» του 1977, καθώς και οι άφθονοι τόμοι ποίησης, θεατρικών έργων και δοκιμίων που ακολούθησαν, εκδόθηκαν σε μια ηλικία που πολλοί σκέφτονται τη συνταξιοδότηση.
Κοινωνικά ενεργός, μέλος του Πορτογαλικού Κομουνιστικού Κόμματος με ξεκάθαρο ιδεολογικό στίγμα χωρίς ποτέ να είναι δογματικός, ο Σαραμάγκου μέχρι τον τελευταίο χρόνο της ζωής του δεν έπαψε να εναλλάσσει τη συγγραφική του ιδιότητα με ταξίδια στις τέσσερις γωνιές της γης ώστε να βοηθήσει με την παρουσία του ένα κίνημα, για να ρίξει τους προβολείς σε μια αδικία.

Για την ίδια τη λογοτεχνία και τη μεταμορφωτική δύναμή της, την οποία υπηρέτησε από τα 25 του έως τον θάνατό του το 2010, είχε πει στον Ανταίο Χρυσοστομίδη, στο πορτρέτο που δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Οι κεραίες της εποχής μου» (εκδόσεις Καστανιώτη):
«Οι πραγματικοί αναγνώστες γεννιούνται ακόμη και σε αναλφάβητες οικογένειες. Έτσι μόνο εξηγείται το γεγονός ότι, από τα δεκαπέντε μου, αφιέρωνα τον ελεύθερο χρόνο μου τα βράδια διαβάζοντας στη δημόσια βιβλιοθήκη, την Κάζα Αγκουστίνια. Διάβαζα ό,τι υπήρχε, ακόμη και βιβλία που προφανώς δεν ήμουν σε θέση να κατανοήσω».






